
Το απόγευμα πέθαινε. Τεμπέλικα, ανώνυμα, περιπλανιόταν δυτικά, ανάμεσα στα έντομα της σκιάς.
Ξαπλωμένος ανάσκελα ατένιζε τον ατέλειωτο γαλάζιο ουρανό που γλιστρούσε.
Τώρα κάλπαζε στη θάλασσα , διασχίζοντας τα χρυσαφένια κύματα του σταριού, γλιστρώντας σαν πουλί στον ουρανό.
...ως την παλίρροια του ήλιου, χαμηλά στη γκρίζα και μελωδική αμμουδιά, όπου...
τα πουλιά από την κιβωτό του Νώε ουριοδρομούσαν μ' ένα θάμνο στο ράμφος τους και το αύριο....

το αύριο σωριαζόταν πάνω στα γκρεμισμένα κάστρα της άμμου.

"Θα σε πάω στη θάλασσα" του είπε και το στήθος της αναπήδησε καθώς έτρεξε μπροστά του, με μαλλιά που ανέμιζαν άγρια
στην άκρη μιας θάλασσας που δεν ήταν από νερό και στα μικρά βότσαλα που έσπαγαν σαν κεραυνοί σε χιλιάδες κομμάτια καθώς η στεγνή θάλασσα τα μετακινούσε.
Μια ριπή του αέρα στον ήλιο ήταν σαν άνεμος σε άδειο σπίτι.
Δεν μπορούσε να βρει τις λέξεις για να πει πόσο όμορφος ήταν ο ανοιξιάτικος, συννεφιασμένος ουρανός.
Οι φωτογραφίες είναι από το χωριό μου στη Σάμο. Τις τράβηξα την περίοδο των διακοπών του Πάσχα. Το κείμενο είναι αποσπάσματα από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας" Προοπτική της Θάλασσας".






